Σελίδες

9.7.16

Ο Υπερπροσδιορισμός στο έργο της Πόλυς Κασδά, Στοά του Βιβλίου 2/6/2016





 Ο ΥΠΕΡΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΌΣ ΣΤΟ ΈΡΓΟ ΤΗΣ ΠΌΛΥΣ ΚΑΣΔΆ

Γιάννης Αλμυράντης
Ινστιτούτο Βιοεπιστημών & Εφαρμογών, ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος»

  
Υπερπροσδιορισμό (overdetermination) συνήθως ονομάζουν την παραγωγή ενός αποτελέσματος από περισσότερες από μία αιτίες – αν και καθεμία από αυτές θα αρκούσε για να δώσει το ίδιο αποτέλεσμα –  και ακόμη περισσότερο, ως εάν μεταξύ τους αυτές οι αιτιακές γραμμές, αν και ασυσχέτιστες, να έχουν μια συνάφεια, μια ‘κρυφή συνεννόηση’ που διαφεύγει από τη δική μας αντίληψη. Αυτές οι συγκλίνουσες γραμμές, που πιθανόν είναι παρούσες συχνότερα απ’ ότι τις πιάνει το μάτι, φαίνεται να δίνουν στη ζωή μας μια αίσθηση συνεκτικότητας έτσι όταν μια τελευταία ψηφίδα έρχεται σε ένα παζλ να λέμε συχνά ‘αυτό δεν θα μπορούσε παρά να ήταν έτσι’, ή ακόμα και να την περιμένουμε αυτήν την ψηφίδα από πριν. Σαν εκείνο το ‘σοφοί δε προσιόντων’ πού-και-πού να καταδέχεται να κάνει αισθητή την παρουσία του στον καθένα μας, για να του δείξει ένα βάθος του κόσμου που δεν θα το φανταζόμασταν πιο πριν.
Το έργο της Πόλυς Κασδά βρίθει στοιχείων υπερπροσδιορισμού. Ακολουθώντας την πένα της αλλά και τους εικαστικούς της πειραματισμούς, τα έργα της τα ίδια αλλά και τα μοτίβα που διαγράφει με τα δικά της έργα και αυτά των φίλων της, φαίνεται (και είναι) σαν να έχει την ιδιότητα να ανακαλύπτει δυναμικές γραμμές νοήματος που συγκλίνουν και παράγουν νέες και νέες σημασίες με την αλληλεπίδρασή τους: ‘Μύθος Δίκτυο’, με τις Χρυσαλλίδες της να επαναμαγεύουν τον κόσμο στα πέρατά του, ‘Κήποι της Ουρανίας’, όπου από μια επετειακή αφορμή ξεκινάει μια σειρά καλλιτεχνικών γεγονότων που σχεδιάζονται και εκτελούνται ‘εκ των ενόντων’, ένα χωριό στην Κρήτη που γίνεται ολόκληρο ένα μουσείο και εκθετήριο έργων τέχνης και πολλά άλλα…
Πόλυ Κασδά, εγκατάσταση Χρυσαλλίδες στο βυθό της Λίμνης του Μόρνου 1990. Φωτο Στέφανος Σάμιος
Π΄λυ Κασδά, εγκατάσταση Χρυσαλλίδες 2 στο Χάος Αγίας Τριάδας. φωτο Στέφανος Σάμιος 1990 
Όπως κάθε τίτλος και ο παρών θα αυτοδιαψευσθεί στη συνέχεια, μια και εδώ θα μπορέσω να επισημάνω μερικές μόνο αφορμές για την αναζήτηση σύγκλισης σημασιών και αιτίων στο ‘Συνειδητό Μάτι’ της Πόλυς Κασδά, στην ‘νέα του ενσάρκωση’ στο κοινό τους πόνημα με τον φίλο και συνάδελφο Γιάννη Κόντο, και να κάνω μόνο διάσπαρτες αναφορές στο υπόλοιπο έργο της.

Η σύγχρονη τέχνη λοιπόν, όπως καίρια η Πόλυ υπογραμμίζει, ακολουθεί μια εσωτερική εξέλιξη που την οδηγεί από την στροφή της αναγεννησιακής τέχνης προς τον εξωτερικό κόσμο, με την προοπτική και την ρεαλιστική αναπαράσταση, στους πειραματισμούς του 20 αιώνα (και λίγο πριν), όπου το ενδιαφέρον από τον ‘έξω κόσμο’ μεταφέρεται στο υποκείμενο, στον τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας, στις λανθάνουσες δυνατότητες του παρατηρητή σε μια τέχνη που όπως γράφει: ‘υλοποιεί το αόρατο’. Σ΄ αυτή τη γραμμή σκέψης βρίσκουμε και ένα βιβλίο που γράφεται δώδεκα χρόνια μετά το  ‘Συνειδητό Μάτι’, το ‘Αϊνστάιν – Πικάσο’ του Arthur I. Miller [1], όπου ο συγγραφέας αναπτύσσει πολλά από τα σημεία που η Πόλυ έχει αναφέρει, και άλλα βέβαια, γύρω από την ανάδυση της νεωτερικότητας σ’ εκείνα τα κρίσιμα χρόνια στη αρχή του 20ου αιώνα.







Βλέπουμε ότι, ενώ ο Πικάσο ακολουθεί την εσωτερική του εξέλιξη μέχρι να συνθέσει το έργο του που εγκαινιάζει την ‘νέα εποχή’ στην ζωγραφική του (και στη ζωγραφική γενικά), τις ‘Δεσποινίδες της Αβινιόν’, και ο Αϊνστάιν την δική του εσωτερική πορεία για την διατύπωση της θεωρίας της ειδικής σχετικότητας, γεγονότα που συμβαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα, οι αυτόνομες πορείες τους εμφανίζουν μια τέτοια σύγκλιση που οι μελετητές της εποχής την παρατήρησαν σχεδόν αμέσως, καθώς αμφότεροι, συγχρόνως, αναδεικνύουν την σχετικότητα του μέχρι τότε θεωρούμενου απόλυτου χώρου, και στρέφουν την προσοχή τους στο ρόλο του παρατηρητή.
Δεν είναι αυτή η πρώτη φορά που η τέχνη και η επιστήμη έχουν συγκλίνει στο τι στοχεύουν σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή, αλλά και στο τι μέσα χρησιμοποιούν για να το πετύχουν. Ο Monet όπως υπογραμμίζει η Πόλυ, κάνει σειρά πινάκων όπου αναπαριστά τον καθεδρικό της Rouen διαφορετικές ώρες, με διαφορετικούς φωτισμούς, κάνοντας το κτήριο να διαφέρει κάθε φορά, ανάλογα με την ώρα και την γωνία απ’ όπου το βλέπουμε. Αυτό το κάνει λίγα χρόνια μετά από την ανακάλυψη του ηλεκτρομαγνητισμού από τον Maxwell και λίγα χρόνια πριν από την θεωρία της σχετικότητας, δύο σημεία καμπής για την σχετικοποίηση της φυσικής μας αντίληψης για τον κόσμο.








Rouen Cathedral (Monet series)

From Seurat's painting The Circus



Σύγκλιση ανάμεσα στις αισθητικές αναζητήσεις και τις ανακαλύψεις της φυσικής έχουμε και με τον πουαντιγισμό του Seurat (κι αυτός αναφέρεται στο ‘Συνειδητό Μάτι’) όπου το φως και το χρώμα παρίστανται με σημεία και την αναβίωση λίγα χρόνια αργότερα από τον Πλανκ και τον Αϊνστάιν της σωματιδιακής θεωρίας για το φως.
Στις παραπάνω περιπτώσεις, και σε πολλές ακόμα που μπορεί να αλιεύσει κανείς στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης, η σύγκλιση δεν μπορεί να αποδοθεί σε (τουλάχιστον ευθύ) επηρεασμό, ενώ ο κανόνας είναι ότι πρώτα εμφανίζεται η νέα ιδέα στην τέχνη και μετά η επιστήμη οδηγείται σε κάτι ανάλογο…

Στο ‘Συνειδητό Μάτι’ η Πόλυ Κασδά δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην εμφάνιση και ανάπτυξη του κυβισμού, και του ‘συνθετικού κυβισμού’ όπου στο εικαστικό έργο προστίθενται ένθετα αντικείμενα: κομμάτια από εφημερίδες, κορδόνια, εισιτήρια… Η Πόλυ γράφει: ‘ο συνθετικός κυβισμός μας δίνει μια μη-εξειδικευμένη, προεπιστημονική άποψη του κόσμου’.





Ο ζωγράφος δεν διστάζει να ‘μαστορέψει’ ένα δικό του κόσμο, όπως τα παιδιά στα αυτοσχέδια κουκλόσπιτά τους. Όσο πιο αυτοσχέδια τόσο πιο μαγικά και λυτρωτικά. Όπως ο C.G.Jung που ως παιδί είχε βρει την ειρήνη της ψυχής του σκαλίζοντας ένα homunculus από ξύλο, βάζοντας τον σε μια κασετίνα και κρύβοντάς τον στη σοφίτα [2]. Και μεγαλύτερος, ως ψυχοθεραπευτής και αυτό-θεραπευόμενος, έφτιαχνε τις κατασκευές του από χαλίκια και πέτρα, όπου πρόβαλε εκεί μορφές από το ασυνείδητο και το ίδιο σύστηνε και στους ασθενείς του. Και φυσικά, οι μάγοι όλων των εποχών! Που φτιάχνοντας μικρά εγκόλπια – φωλιές για αντικείμενα και για το ψυχικό φορτίο που αυτά φέρουν, επιχειρούν να επιδράσουν στον ίδιο τον κόσμο και να αλλάξουν τη ροή του.
Μέσα από τον συντονισμό του μικρού και του μεγάλου, του μέρους και του όλου, με ένα τρόπο που η μια του όψη μοιάζει αιτιώδης αλλά η άλλη είναι υπερπροσδιορισμένη: η μαγική επίκληση ζητά (χωρίς να επιδρά) να συγκλίνει ο κόσμος με το μαγικό όνειρο. Στα μουσεία μας, συχνά συναντάμε ευρήματα από τάφους, όπου, τυλιγμένα σε μολύβδινα φύλα στα οποία έχουν χαραχθεί αποσπάσματα επωδών, βρίσκονται εκείνα τα  θραύσματα του κόσμου μας με τα οποία ο ‘μάγος’ έχει συνθέσει το μοντέλο της επιθυμίας του, με το οποίο περιμένει να συγκλίνει (ή να το υπακούσει) ο κόσμος…







 Ο κατάδεσμος τής Πέλλας, μια κατάρα τού 4ου ή 3ου αι. π.Χ., είναι ερωτική μαγική επωδός από μια γυναίκα, πιθανώς ονόματι Δαγίνα, τής οποίας ο εραστής, Διονυσοφών, επρόκειτο να νυμφευθεί τη Θετίμα. Επικαλείται τούς δαίμονες να μεταστρέψουν τον Διονυσοφώντα να παντρευτεί εκείνην αντί της Θετίμας και ποτέ να μην παντρευτεί άλλη γυναίκα εκτός αν η ίδια ξετυλίξει τον κατάδεσμο.



Διπλωμένος κατάδεσμος από την Άκανθο Χαλκιδικής με ένα καρφί να τον τρυπάει.




Η Πόλυ Κασδά αναφέρει σε σχέση με την εικόνα του κόσμου που εκφράζει ο συνθετικός κυβισμός την άποψη του Claude Lévi-Strauss ότι σε αντιστοιχία με την ‘επιστημονική’ και τη ‘μυθική’ γνώση του κόσμου βρίσκονται οι ιδιότητες του ‘μηχανικού’ και του ‘μάστορα’. Ο σύγχρονος εικαστικός, ο παραδοσιακός μάγος, αλλά και ο καθένας από μας ως παιδιά, και σε μια όψη της ύπαρξής μας  συνεχώς, επιχειρούμε αυτό το μαστόρεμα του κόσμου μέσα από την ενεργητική φαντασία, και τη προσήλωση στη δυναμική που φέρουν οι ‘μορφές’.

Ο Αριστοτέλης όριζε τις αιτίες ως τεσσάρων ειδών: το υλικό αίτιο (την ύλη που εμπλέκεται στο φαινόμενο), το ποιητικό αίτιο (ποιος – ποια δυναμική το προκαλεί), το ειδικό αίτιο (την αιτιώδη συσχέτιση που προκαλεί η μορφή [είδος στα αρχαία ελληνικά] – θα λέγαμε πρόκειται για ένα ‘μορφικό αίτιο’), και το τελικό αίτιο (αυτό που το ορίζει κάποιος ‘σκοπός’). Ενώ οι δύο πρώτες έχουν επιβιώσει στην σύγχρονη επιστημονική αντίληψη, αντίστοιχη θέση δεν υπάρχει για τις δύο επόμενες. Και ενώ το τελικό αίτιο συνδέεται συνήθως με την παραδοχή ή μη ενός Θεού Δημιουργού, το ειδικό (μορφικό) αίτιο αντιμετωπίζεται από την θετικιστική επιστήμη (ακόμη και στην αγνόηση ή την απόρριψή του) με αμηχανία. Μη επιχειρώντας μια συστηματική ιχνηλασία την πορείας που αυτή η ιδέα διέγραψε στον προεπιστημονικό κόσμο αλλά και αργότερα (π.χ. στο ρομαντισμό ως φιλοσοφικό ρεύμα), ακόμη και ως εφαλτήριο για νέες  επιστημονικές ανακαλύψεις [3] θα σταθούμε για λίγο στην θεωρία ενός σύγχρονου βιολόγου, του Rupert Sheldrake. Αυτός, βασισμένος σε πλήθος στοιχείων τόσο από την βιολογία και την εξέλιξη όσο και από την ηθολογία των ζώων, την λαογραφία και την κοινωνιολογία, διατύπωσε την παράδοξη για την κρατούσα αντίληψη περί αιτιότητας, αλλά ελέγξιμη μέσω πειραματισμού άποψη, ότι “κάθε μορφή που έχει αναπτυχθεί μέσα από φυσικές,βιολογικές, συμπεριφορικές ή άλλες διαδικασίες θα οδηγήσει στην αύξηση της πιθανότητας αυτή η μορφή να επαναληφθεί όταν υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις”. Ο Sheldrake ονόμασε την αρχή αυτή μορφικό συντονισμό (morphic resonance). Πρόκειται για μια σύγκλιση αποτελεσμάτων σε διαδοχές απομακρυσμένων μεταξύ τους γεγονότων, όπου μια μορφή / φόρμα, άπαξ και διαμορφώθηκε θα προκαλέσει μια άλλη αντίστοιχη να συγκλίνει μ’ αυτήν, ή θα συνεξελιχθούν σε σύγκλιση που δεν θα εξηγείται στη βάση μόνον των κοινών τους εξωτερικών παραγόντων. Στην εικόνα που ακολουθεί [4] βλέπουμε ‘αντίστοιχα’ ζωικά είδη που ανήκουν στους δύο μεγάλους κλάδους των θηλαστικών: αμνιωτά και μαρσιποφόρα, που θεωρείται ότι απέκλιναν από τον κοινό πρωτοθηλαστικό πρόγονο εδώ και περίπου 120 εκατομμύρια χρόνια πριν.











Ενώ λοιπόν αυτά αναπτύχθηκαν σε απομόνωση (σε διαφορετικές ηπείρους) εμφανίζονται σήμερα συχνά ως ‘ομόλογα’ είδη, με βαθμό ομοιότητας που, κατά τον Sheldrake τουλάχιστον, δεν μπορεί να αποδοθεί μόνον στην αναλογία ανάμεσα στα δύο οικοσυστήματα. Κατά τη θεωρία του μορφικού συντονισμού, οι συνεξελισσόμενοι ζωικοί πληθυσμοί εμφανίζουν μια μη αιτιώδη (με την συνήθη έννοια της αιτιακής σχέσης) αλληλεπίδραση που βασίζεται σε σύγκλιση των μορφών.
Είναι έξω από τους σκοπούς αυτής της παρουσίασης μια διεξοδική μελέτη των επιχειρημάτων γύρω από τις απόψεις του Sheldrake. Να σημειώσουμε μόνο ότι έχουν ανακοινωθεί αποτελέσματα πειραμάτων όπου οι ιδέες του φαίνεται να επαληθεύονται εντυπωσιακά. Εδώ επιλέξαμε αυτό το παράδειγμα, παρ’ όλο που είναι μόνον ενδεικτικό, χάρη στην απλότητά του και την συνάφεια με αυτό που κυρίως θέλουμε να πούμε: Το ενδεχόμενο οι μορφές καθ’ εαυτές να αναπτύσσουν μια ιδιαίτερη δυναμική, σαν μια ‘εναλλακτική αιτιότητα’.

Θα θέλαμε να επανέλθουμε στην έκφραση που παρέθεσε η Πόλυ Κασδά, αυτήν που αντιπαραβάλει τον μηχανικό με τον μάστορα. Αυτή τη φορά όμως θα την θυμηθούμε όπως την διετύπωσε όχι ο Lévi-Strauss αλλά ένα άλλος πολύ σημαντικός επιστήμονας, ο Francois Jacob, κορυφαίος βιολόγος και βραβείο Νόμπελ, που είπε ότι η εξέλιξη δουλεύει λιγότερο ως μηχανικός και περισσότερο ως ‘μάστορας’, μέσω μαστορέματος, bricolage (tinkering). Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το ότι τα δύο αυτά σημαντικά πνεύματα, από δύο διαφορετικούς τομείς, διέγνωσαν τη σημασία και τη δυναμική του ‘tinkering’. Το ‘μαστόρεμα’ που εισηγείται ο Jacob περιορίζεται βεβαίως αποκλειστικά στο πλαίσιο της ορθόδοξης εξελικτικής θεωρίας. Αν όμως το δούμε στο πνεύμα του Sheldrake, οδηγούμαστε στο ενδεχόμενο ότι το μαστόρεμα μπορεί να περιλαμβάνει και την σύγκλιση με την ήδη υπάρχουσα ‘κοσμική’, συνολική εμπειρία. Ότι πέραν από τη μηχανιστική αιτιοκρατία, σίγουρα πατώντας ‘με το ένα πόδι’ σ αυτήν αλλά όχι μόνον σ’ αυτήν, ο κόσμος διαμορφώνεται ως εν όλον, όπου τα μέρη του συνδιαμορφώνονται, όχι μόνον χάρη στην κλασική, αιτιώδη αλληλεπίδραση, αλλά και χάρη στην υπερπροσδιορισμένη φύση του. Μέσω της σύγκλισης των μορφών. Κόσμου που οι μεσαιωνικοί τον αποκαλούσαν ‘unus mundus’ και τον αναπαριστούσαν ως Ουροβόρο Όφι (κι αυτός παρών στο έργο της Πόλυς, ελλοχεύει στην σελίδα 72 του ‘Πυρίσπορου’, του άλλου της πονήματος).

Σε αυτό το πήγαινε-έλα που δεν φαίνεται να έχει τέλος, επ΄ αφορμή του έργου της Πόλυς, ας έρθουμε μια φορά ακόμη στον Lévi-Strauss και στην κορυφαία μεθοδολογική  συνεισφορά του, την επινόηση και την εισαγωγή του δομισμού στη μελέτη των γλωσσών και των σχέσεων συγγένειας στις πρωτόγονες κοινωνίες. Αυτή η μεθοδολογία, που έχει για μισό αιώνα προσφέρει τα μέγιστα στην γνώση μας για πλευρές των ανθρώπινων κοινωνιών που μέχρι τότε ξέφευγαν της κατανόησής μας είναι ουσιαστικά μια χαλάρωση της απαίτησης για  αιτιώδη κατανόηση, σε ορισμένες περιπτώσεις. Εισάγει ένα τρόπο κατανόησης ‘κατ αναλογίαν’: Όταν ένα μοτίβο σχέσεων αναδεικνύεται σε μία κοινωνία ή εντοπίζεται στο εσωτερικό ενός μύθου, εάν ένα ανάλογο μοτίβο υφίσταται σε μία άλλη περίπτωση όπου όμως κάποιοι κόμβοι λείπουν, αυτοί κατά το δομισμό μπορεί στη δεύτερη περίπτωση να υποτεθούν. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων όπου αυτό το σχήμα εφαρμόστηκε, οι αρχικά ‘υποθετικοί’ κόμβοι πρόσφεραν ένα επίπεδο κατανόησης που με άλλες μεθοδολογίες θα ήταν απρόσιτο. Εδώ ξαναβρίσκουμε μέσα στη νεωτερικότητα ένα σχήμα συγγενές με το Ερμητικό ‘ως εν τοις άνω ούτω και εν τοις κάτω’ που ίσχυε κατά την ύστερη αρχαιότητα και το μεσαίωνα, θεμελιωμένο όχι μόνον βάσει αιτιώδους συσχέτισης αλλά και αναλογιών και ‘συγγενειών΄.
Αν και αυτός ο τρόπος σκέψης ανιχνεύεται και στο ‘Συνειδητό Μάτι’, Η Πόλυ Κασδά, με τις δυνατότητες που της δίνει η καλλιτεχνική της ιδιότητα (ή οι καλλιτεχνικές  της  ιδιότητες αν θέλετε) τον επαναλαμβάνει πολύ εντονότερα στον ‘Πυρίσπορο’ και ξαναβλέπουμε τον ίδιο τρόπο σκέψης και στο πλέον πρόσφατό της ‘Όταν με κατάπιε εκείνη η λέξη’. Εκεί, αποκαλεί με τον δικό της, συνοπτικό και απολύτως προσφυή όρο: ‘something essential missing’ αυτό που εδώ με πολλά λόγια και αναμφίβολη δυσκολία προσπαθούμε να περι-γράψουμε.

Αν και τον υπερπροσδιορισμό, τον οποίο διαλέξαμε ως οδηγό μίτο σ’ αυτή τη διαδρομή στο έργο της Πόλυς Κασδά, τον εντοπίζουμε περισσότερο σε ερμηνείες και σε εξηγητικά σχήματα όπως αυτά που συνοπτικά αναφέραμε: στην τέχνη, στην ανθρωπολογία και σε σχήματα από το χώρο του μύθου, μια ανάλογη ‘παραδοξότητα’ στη αιτιώδη δομή του κόσμου πιθανόν να συνιστούν τα φαινόμενα που συνολικά αναφέρονται ως Υπεραισθητή Αντίληψη, Extrasensory Perception (ESP).
Στην νέα σύνθεση, στη βάση της τεχνητής νοημοσύνης από τον Γιάννη Κόντο, του ‘needledconscious eye, συναντάμε εκτενή αναφορά στον Alan Turing, κορυφαία  μορφή των πεδίων της μαθηματικής λογικής, της θεωρίας των αλγορίθμων και των υπολογιστών, συχνά πιο γνωστό για το ρόλο του στο σπάσιμο του κώδικα κρυπτογραφίας των Γερμανών στον Β’ Π.Π. με τη συσκευή ‘Enigma’, αλλά και για την τραγική προσωπική του ιστορία.


Alan Turing
The enigma machine


Ο Alan Turing λοιπόν, που την πνευματική του ρωμαλεότητα δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς, και που ποτέ δεν είχε κάποια ιδιαίτερη ενασχόληση στο πεδίο της παραψυχολογικής έρευνας, έγραψε τις παρακάτω γραμμές όσον αφορά την ύπαρξη της ESP. Τις μεταφέρουμε εδώ, πρόχειρα μεταφρασμένες, από μια συλλογή κειμένων που συνέλεξαν δύο σημαντικοί επιστήμονες, λογικομαθηματικοί και εκλαικευτές, εγνωσμένα σκεπτικιστές απέναντι στο ‘μεταφυσικό’ που όμως δεν λογόκριναν τον κορυφαίο συνάδελφο τους. Το βιβλίο σχεδόν μοιράζεται τον τίτλο του βιβλίου της Πόλυς. Λέγεται ‘The minds I’ [5], σε ένα λογοπαίγνιο από αυτά που οι επιστήμονες αυτών των κλάδων τόσο αγαπούν.






Απόσπασμα από το: ‘Computing Machinery And Intelligence
του A.M.TURING
 ….. Θεωρώ ότι ο αναγνώστης είναι εξοικειωμένος με την έννοια της Εξωαισθητηριακής Αντίληψης, και την σημασία των τεσσάρων κατηγοριών που περιλαμβάνει: Τηλεπάθεια, Διόραση, Πρόγνωση, και Ψυχοκίνηση. Αυτά τα ενοχλητικά φαινόμενα φαίνεται να υπονομεύουν όλες τις καθιερωμένες επιστημονικές απόψεις μας. Πόσο θα θέλαμε να τα απορρίψουμε! Δυστυχώς η στατιστική μαρτυρία είναι συντριπτικά υπέρ, τουλάχιστον της τηλεπάθειας. Είναι πολύ δύσκολο να διευθετήσει κανείς τις ιδέες του ώστε να περιλάβουν αυτά τα νέα δεδομένα. … Η βεβαιότητα ότι τα σώματα κινούνται απλά σύμφωνα με τους γνωστούς νόμους της φυσικής μαζί με μερικούς επιπλέον, που δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί αλλά που θα είναι ανάλογοι των γνωστών, θα είναι από τις πρώτες που θα εκλείψουν...


Αφού λοιπόν ο Alan Turing μας το επιτρέπει, θα επωφεληθούμε να πούμε δυο λόγια για το αν και κατά πόσον η ESP είναι κάτι που μπορεί να ενταχθεί στο εξηγητικό μοντέλο μας για τον κόσμο, το επικρατούν ‘Επιστημολογικό Παράδειγμα’ χρησιμοποιώντας τον όρο που εισήγαγε ο T.S.Kuhn ή αν, όπως αντίθετα ο ίδιος ο Turing εκτιμούσε, είναι αναπόφευκτο να οδηγήσει σε αλλαγές στα θεμέλια της κοσμοαντίληψής μας, κάνοντας το υπερπροσδιορισμό όχι μόνον κατηγορία της ψυχολογίας ή των ανθρωπιστικών επιστημών αλλά εξίσου καταστατική έννοια της μελέτης του φυσικού (ή καλύτερα του αδιαίρετου, συνολικού) κόσμου.

Τα πράγματα θα ήσαν απλά αν τα φαινόμενα ESP μπορούσαν να ερμηνευθούν ως επικοινωνία πομπού – δέκτη μεταξύ δύο εγκεφάλων. Μπορεί όμως να είναι έτσι; Αυτό είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Σε πείραμα που έχει επανειλημμένα αναφερθεί ότι είχαν κάνει οι Σοβιετικοί [6], το εγκεφαλογράφημα κουνέλας έδινε κορυφές όταν σκότωναν τα κουνελάκια της χιλιάδες μίλια μακριά, ενώ η ίδια ήταν σε υποβρύχιο σε κατάδυση, σε ένα  φυσικό κλωβό Φαρανταίη αδιαπέραστο από κάθε συνήθη τύπο Η/Μ ακτινοβολίας. Σε πείραμα μεταφοράς εικόνων που έκαναν στο Ινστιτούτο Στάνφορντ και δημοσιεύτηκε στο Nature [7] ο διαισθητικός που ζωγράφιζε εικόνες, που τυχαία επιλέγονταν και τις κοιτούσε ‘στέλνοντάς’ του τες ένα μέλος της επιστημονικής ομάδας, ήταν κλεισμένος σε θάλαμο θωρακισμένο έναντι κάθε γνωστής ακτινοβολίας.

Τέλος, στα πειράματα πρόβλεψης καρτών, οι πειραματιστές προβλέπουν κάρτες από ‘τράπουλες’ που έχουν διαταχθεί τυχαία και κανένα μάτι δεν τις έχει δει πριν. Άρα κανένα μοντέλο πομπού – δέκτη δεν μπορεί να εφαρμοστεί εδώ.




Τυπικές κάρτες Zener που χρησιμοποιήθηκαν στα πειράματα που άρχισε ο J. B. Rhine που θεμελίωσε το ερευνητικό πεδίο της Παραψυχολογίας, αρχικά στο πανεπιστήμιο του Duke, και που εξέδωσε την Journal of Parapsychology

Ίσως λοιπόν τα φαινόμενα του πεδίου της ESP να μας ανοίγουν το δρόμο για την κατανόηση μιας άλλης θεμελιώδους όψης του κόσμου, και γι αυτό ακριβώς ο Turing διέβλεπε το πόσο ανατρεπτική ήταν η υπέρ τους ετυμηγορία της στατιστικής. Να είναι δηλαδή κι αυτά έκφραση του ‘unus mundus’, όπου όταν συμβαίνουν δεν έχουμε εκπομπή και λήψη σήματος, αλλά ο κόσμος για μια στιγμή συμπεριφέρεται ως ‘όλον’ όπου κάποιο μέρος του είναι σε επαφή κατά κάποιον τρόπο με κάποιο άλλο, χωρίς σε αυτό το επίπεδο να μεσολαβεί απόσταση.

Ας κλείσουμε αυτή την αναφορά στο έργο της Πόλυς Κασδά εδώ, με τη βεβαιότητα ότι κατορθώνει με ένα ‘προεπιστημονικό’ τρόπο, τον τρόπο των Παράκελσου και  Λεονάρντο, του Μάγου-Γιατρού και του Homo Universalis να συνδέει το απτό με το άπιαστο (το ‘intangible’) και να εμφανίζει μπροστά μας αόρατες δυναμικές γραμμές που δίνουν στον κόσμο μας λίγο περισσότερο νόημα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΈΣ ΑΝΑΦΟΡΈΣ
[1].- Arthur I. Miller.  Αϊνστάιν – Πικάσο, εκδόσεις Τραυλός, 2002.
[2].- Carl Gustav Jung. Αναμνήσεις Σκέψεις Όνειρα, εκδόσεις Σπαγειρία, 1992.
[3].- Pierre Thuiller. Η εκδίκηση των μαγισσών – Ο ανορθολογισμός και η επιστημονική σκέψη, εκδόσεις Leader Books, 2005. Η αναφορά μας στο κείμενο σχετίζεται με την σημασία για τον σχεδιασμό του ομώνυμου πειράματος από τον Oersted των φιλοσοφικών του αντιλήψεων, μια ποιητική σύλληψη για το ενιαίο του κόσμου, καθώς ήταν βαθιά επηρεασμένος από την ρομαντική φιλοσοφία της εποχής του.
[4].- Rupert Sheldrake. The presence of the past, HarperCollinsPublishers, 1988.
[5].- Douglas R. Hofstadter  Daniel C. Dennett.  The Mind's I: Fantasies And Reflections On Self & Soul, Bantam Books, 1982. Κυκλοφορεί και στα Ελληνικά, με τίτλο ‘Το Εγώ της Νόησης’, εκδόσεις Κάτοπτρο, σε μετάφραση της Μυρτώς Αντονοπούλου.
[6].- Sheila Ostrander, Lynn Schroeder. Psychic Discoveries Behind the Iron Curtain. Prentice Hall Trade, 1984.
[7].- R.Targ & H.Puthoff. Information transmission under conditions of sensory shielding. Nature, 251, 602-607, 1974.  


Το αφήγημα της Πόλυ Κασδά,'όταν με κατάπιε εκείνη η λέξη' διατείθεται στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, Ακαδημίας 32 και Λυκαβηττού, Αθήνα.

8.6.16

Ο υπο-προσδιορισμός στο έργο της Πολυξένης Κασδά

Ο υπο-προσδιορισμός στο έργο της Πολυξένης Κασδά
Εισήγηση της ιστορικού τέχνης Μαριάνας Ζήκου, Στοά του Βιβλίου, 2/6/2016

Θα προσπαθήσω να παραθέσω κάποιες σκέψεις για το γραπτό έργο της Πόλυς Κασδά σε σχέση με ένα από τα πρώτα της βιβλία 'το συνειδητό μάτι' και το πιο πρόσφατο 'όταν με κατάπιε εκείνη η λέξη'. Θα τα συνδέσω με μια επιστημολογική έννοια και με μια αλληγορία.

Ο κ. Αλμυράντης έκανε μόλις μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση εκκινώντας από τη λέξη που χρησιμοποίησε στον τίτλο της παρουσίασής του, μίλησε για τον υπερ-προσδιορισμό στο έργο της Πόλυς Κασδά. Mου έδωσε έτσι την ιδέα να αναπτύξω κι εγώ αυτή την έννοια προς μια διαφορετική κατεύθυνση όμως, προς το αντώνυμό της, να μιλήσω δηλαδή για τον υπο-προσδιορισμό στο έργο της Κασδά.

Εκκινώντας από τη δυναμική αυτού του προθήματος, το υπο-, ο υπο-προσδιορισμός στα πλαίσια αυτής της παρουσίασης χρησιμοποιείται με διπλη ερμηνεία.
Από τη μία ο υπο-προσδιορισμός είναι μια επιστημολογική έννοια, η οποία αμφισβητεί τη μονοσήμαντη προσέγγιση της εμπειρίας. Θεωρείται αδύνατο δηλαδή η εμπειρία να ερμηνευθεί ολοκληρωτικά μέσα από κάποιο αξίωμα. Αυτή η σκέψη αντανακλάται στα θεωρήματα μη πληρότητας του Γκέντελ και επεκτείνεται στον φιλοσοφικό όρο του Ντεριντά, την αποδόμηση, που αναφέρεται στο άπειρο της γλωσσικής εμπειρίας αλλά και στο αδιέξοδο του νοήματος.
Ο υπο-προσδιορισμός υπό αυτή την έννοια εγγράφεται στο έργο της Πόλυς Κασδά ως διάσπαρτα ίχνη από γλώσσα, αντικείμενα, επιτελέσεις, συνευρέσεις, και άλλες αποτυπώσεις όπως τηλεοπτικές εκπομπές, κτίρια και νέα μέσα, τα οποία συναρμολογημένα πότε αποκαλύπτουν και πότε επικαλύπτουν τον πυρήνα της σκέψης της. Έναν πυρήνα που έλκει σε τροχιά επιστημονικές θεωρίες της υπολογιστικής και γνωσιακής επιστήμης και μαζί τη φιλοσοφική και εφαρμοσμένη διάσταση της εμπειρίας.

'Το συνειδητό μάτι' λοιπόν, από τα πρώτα βιβλία της Πόλυς Κασδά, θα έλεγα ότι συνδέεται με την πρώτη ερμηνεία του υπο-προσδιορισμού, την επιστημολογική. Η Πόλυ Κασδά ξεκινά μια πρωτότυπη και συστηματική εξερεύνηση της ανθρώπινης εμπειρίας και των διανοητικών διαδικασιών που βρίσκονται πίσω από τα έργα των καλλιτεχνών και τα καλλιτεχνικά κινήματα του 20ου αιώνα. Χρησιμοποιεί το ανθρώπινο μάτι σαν διεπαφή, το μάτι γίνεται ένα σχεδόν μηχανικό εξάρτημα-εργαλείο, το οποίο δημιουργεί έναν δίαυλο μεταξύ της εσωτερικής πραγματικότητας και της εξωτερικής τοπολογίας.
Το βιβλίο ξεκινάει με δύο ερωτήσεις “τι έπαθαν λοιπόν πολλοί καλλιτέχνες και σταμάτησαν να ζωγραφίζουν; Τι κρύβεται πίσω από αυτήν τη σιωπή που πήρε τόσες παράξενες μορφές;” Σε αυτά τα ερωτήματα η Πόλυ Κασδά δημιουργεί θεωρητικούς σχηματισμούς, πολύ γόνιμους, αντιστοιχώντας επιστημονικές θεωρίες και τεχνολογίες με καλλιτεχνικές μεθόδους και τη φιλοσοφική γνώση.
Ήδη όμως στο προοίμιο του βιβλίου θίγει λακωνικά το ζήτημα του υπο-προσδιορισμού, γράφοντας: “Αυτό το δοκίμιο πάνω στη φύση της σύγχρονης τέχνης και της όρασης είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου”. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου περιγράφει ήδη την κατάλυση της ασφάλειας, την αποσάρθρωση των συμβατικών δομών και μαζί την απόσυρση των λέξεων.

Οι παρατηρήσεις αυτές ανοίγουν ήδη το δρόμο στη δεύτερη ερμηνεία του υπό-προσδιορισμού, σε μια δημιουργική-εμπειρική προέκταση του όρου, που μπορεί να συνδεθεί με το νέο βιβλίο της Πόλυς Κασδά 'όταν με κατάπιε εκείνη η λέξη'.
Το βιβλίο μάς εισάγει σε μια αγριευτική εξερεύνηση σε ό,τι βρίσκεται υπό, κάτω από την επικράτεια του ορατού και της καθησυχαστικής σημειολογίας, στα ανεικονικά πεδία της καλλιτεχνικής εμπειρίας, της αμφισημίας, της κατάλυσης του υποκειμένου και τελικά της κατάλυσης του ίδιου του κειμένου σε υπό-κείμενα, σε λέξεις-σύμβολα που περικλείουν συμπυκνωμένους ανοίκειους κόσμους, για να καταλυθούν και οι λέξεις με τη σειρά τους σε γλύφους, στη μικρότερη μονάδα διάσπασης της γλώσσας, να γίνουν αντικείμενα και αντί-κείμενα, μη-κείμενα, σε ένα ταξίδι καταβύθισης στα υποστρώματα της γλώσσας, στους υποθαλάμους της εμπειρίας και στους υπό-λογισμούς της αντίληψης.
Έτσι ξεκινά λοιπόν η μεγάλη βουτιά, ένας επίμονος αναστοχασμός προς τον πυρήνα της εμπειρίας που περιγράφεται στο 'όταν με κατάπιε εκείνη η λέξη'. Εκεί η Πόλυ Κασδά παρατηρεί για 'το συνειδητό μάτι', το άλλο της βιβλίο: “μετά την έκδοση είχα μείνει πάλι με την δίψα του ανικανοποίητου: Αυτό το κάτι το ουσιαστικό που λείπει”.
Η πορεία των επόμενων 25 χρόνων θα γινόταν ακριβώς αυτό, ο τόπος ανάδυσης του παγόβουνου, του ουσιαστικού, μια τρομερή καταβύθιση στον πυρήνα της γνώσης και της εμπειρίας. Μια εξερεύνηση τόσο τολμηρή, επίμονη και παραγωγική, που συχνά προλαμβάνει τις εξελίξεις στην τεχνολογία και τη γνωσιακή επιστήμη, όπως μέσα από την πρότασή της Μύθος/Δίκτυο, όπου συνθέτει μια ιδεογραφία του διαδικτύου πριν αυτό εμφανιστεί.

Παράλληλα όμως, οι εξερευνήσεις στην άλλη όψη της λογικής, στο σκοτάδι της εμπειρίας και του αποδομημένου νοήματος, έχουν και τον αντίκτυπό τους. Στο 'όταν με κατάπιε εκείνη η λέξη' αποκαλύπτει ότι τολμώντας τότε να δημοσιεύσει το δοκίμιό της 'Πυρίσπορος', τρόμαξε και έχασε το κοινό που είχε κερδίσει με 'το συνειδητό μάτι'.
Καθώς συνεχίζει την έρευνά της στη φιλοσοφική διάσταση του υπολογιστή και στη γνωσιακή επιστήμη, το φαντασιακό της που προλαμβάνει τις νέες ανακαλύψεις, την αφήνει ενίοτε χωρίς επιστημονικά εργαλεία. Καταφεύγει τότε σε επιστημονικοφανή αξιώματα και στοιχεία, κάποια από τα οποία τεκμηριώνονται στη συνέχεια και γίνονται αποδεκτές επιστημονικές θεωρίες, ενώ άλλα ακροβατούν ακόμα και ίσως για πάντα ανάμεσα στο εξωλογικό, την αλχημεία και το μύθο. Δε θα τα αποποιηθεί σαν χρήσιμα εργαλεία, λέγοντας χαρακτηριστικά: “Όμως, πώς αλλιώς; Αυτά που βλέπει απευθείας η ψυχή, διανοητικά εκφράζονται σα μια απουσία από όπου οι λέξεις επιστρέφουν τρελαμένες”.

Από εκεί και έπειτα, αν και η δημιουργική και ερευνητική της πορεία συνεχίζεται εντατικά, θα αρχίσει συνειδητά και μεθοδικά να υποκρύπτει την πραγματική τους διάσταση. Στον 'όταν με κατάπιε εκείνη η λέξη' η ίδια θα αναφερθεί στη δημιουργία ενός 'αυτοτροφοδοτούμενου καταφυγίου' το οποίο παίρνει τη μορφή ενός μάλλινου κουκουλιού: “...άρχισα,” γράφει, “να πλέκω γύρω μου μια κουβέρτα, χωρίς τέλος, ούτε αρχή. Το πλεκτό μεγάλωνε πόντο πόντο πέρα από τον εαυτό του, υψωνόταν πάνω στους τοίχους και κύρτωνε σαν αψιδωτό κύμα σαβανώνοντας με μέσα σε ένα μάλλινο κουκούλι σε μέγεθος δωματίου”.
Αυτή η ερμητική κατασκευή μπορεί να βρει το αντίστοιχό της σε μια αρχιτεκτονική αλληγορία, το Κτίσμα του Κάφκα, το τελευταίο του κείμενο πριν πεθάνει που έμεινε και ημιτελές. Το καφκικό κτίσμα μπορεί να ερμηνευθεί ως η συγκλονιστική προσπάθεια ενός ατόμου να διαφυλάξει την ασφάλεια και ακεραιότητά του, όταν τολμά να αποκαλύψει το έρεβος της ατομικής του εμπειρίας.
Σαν σε διαλογική σχέση με το πλάσμα του καφκικού κτίσματος στη λαβυρινθώδη του υπόγεια κατασκευή, η Πόλυ Κασδά γράφει: “Είχα μάθει να προστατεύω το πείραμά μου από τα ανεξέταστα βλέμματα, κρύβοντας την πραγματική του διάσταση πίσω από λόγια σοβαροφανή και ευκολοχώνευτα. Ήμουν συνεχώς σε επιφυλακή μη μου χαλάσει κάτι και δεν προλάβω να δω που θα με πάει αυτή η περιπέτεια. Μια σαρκαστική αμφιβολία να κατάφερνε να σφηνωθεί στο μαγικό μου οικοδόμημα και όλα θα κατέρρεαν μέσα στον εαυτό τους”.

Η αποκάλυψη αυτής της τόσο εύθραυστης και ενδόμυχης παραδοχής, και παράλληλα η ασυμβίβαστη αποφασιστικότητα να συνεχίσει την καταβύθιση, αποδεικνύονται οι ακρογωνιαίοι λίθοι για τη δημιουργία του αλληγορικού βιωματικού αφηγήματός της 'όταν με κατάπιε εκείνη η λέξη' και μαζί, η συμβολική κατάλυση του καφκικού καταφυγίου.
Το αλληγορικό αυτό αφήγημα λοιπόν, αποτελεί μια επιτομή για την έννοια της εμπειρίας και του φαντασιακού μέσα από την καλλιτεχνική έρευνα· ένα κάλεσμα για να τολμήσουμε να αναδύσουμε κι εμείς μαζί τις αχαρτογράφητες διαστάσεις της νόησής μας. Το 'συνειδητό μάτι' συνεχίζει την αναζήτησή του στις πιο ασύλληπτες, αμφιλεγόμενες και ενδο-πραγματικές διαστάσεις της ύπαρξής του.


25.5.2016 Αθήνα

Το αφήγημα της Πόλυ Κασδά,'όταν με κατάπιε εκείνη η λέξη' 
 διατείθεται στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, Ακαδημίας 32 και Λυκαβηττού, Αθήνα


22.5.16

The under-determination in Polyxene Kasda’s work



The under-determination in Polyxene Kasda’s work
by Mariana Zikou, art historian, Stoa tou Vivliou 2/6/2016 Athens

I will try to develop some thoughts on the writings of Poly Kasda in relation to one of her first books 'The Conscious Eye' and her latest one 'When that word swallowed me'. The two will be linked with an epistemological concept, the 'under-determination' and an allegory, the Kafkaesque Burrow.

Dr. Yannis Almyrantis presented an intriguing approach with his essay “The over-determination in Poly Kasda’s work”. The present essay reflects on its antithetical term, the 'under-determination' in Kasda’s work.

Within the frame of this presentation ‘under-determination’ is used with a double interpretation, employing the prefix under- (in greek hypo-):
On one hand, under-determination is an epistemological concept which challenges the univocal approach of experience. In this sense, it is considered impossible for an experience to be fully interpreted through a single axiom. This thinking is reflected in Gödel's incompleteness theorem and can be extended to Derrida's philosophical term of ‘deconstruction’, which refers to the infinite experience of language, but also to the impasse of its meaning.

Under-determination is transcribed in the work of Poly Kasda as scattered traces of language, objects, performances, gatherings, as well as other manifestations like TV shows, buildings and new media, which may reveal or conceal the true meaning, the core of her objectives. A core attracting into its orbit scientific theories of computational and cognitive science along with the philosophical and applied concepts of experience.

'The Conscious Eye', one of the first books of Poly Kasda, is associated with the epistemological interpretation of under-determination. Poly Kasda initiates a genuine and systematic exploration of the human experience and the cognitive processes that transpire the works of artists and the artistic movements of the 20th century. The human eye is used as an interface, the eye becomes a quasi-mechanical component tool which creates a tube between the inner and outer reality topology.

The book starts with two questions 'So what happened to many artists and they stopped painting? What lies behind this silence that took so many strange forms?' To these questions Poly Kasda creates insightful conceptions, linking scientific theories and technologies with artistic methods and the philosophical discourse.
However, in the preamble of the book she already shows her awareness of under-determination: 'This essay on the essence of contemporary art and visual perception is just the tip of the iceberg'. In the last pages of the book, she outlines the collapse of certainty, the decay of conventional structures and with it, the withdrawal of words.

These comments lead the way to the second interpretation of the term under-determination, into the creative-experiential extension of the term, which can be connected to Poly Kasda’s new book 'When that word swallowed me'.
The book is ushering us in a wild exploration into what is under, below the territory of the visible and of the reassuring semiology, into the aniconic fields of artistic experience and ambiguity, of the collapse of the subject and ultimately the collapse of the text into sub-texts, in word-symbols that burst further into glyphs, into the smallest cracking units of language, to become objects and anti-texts, no-texts, precipitated in a submersive trip into the substrates of language, the hypothalamus of experience and into the sub-liminal of perception.

The deep dive begins; a persistent recollection towards the core of the experience described in 'When that word swallowed me', in which she notes: 'After the completion of The Conscious Eye, I was left again with this Something Essential Missing, this SEM sensation'.
The course of the next 25 years would open up the topoi for the emergence of the iceberg, an intense immersion to the core of cognition and experience. A striking, persistent and productive exploration which often anticipates the developments in technology and cognitive science, such as through her artistic project Myth/Network, where Kasda composes an ideography of the web before its spreading.

At the same time, these explorations in the other side of reasoning, in the twilight of experience and of deconstructed meaning, had their impact. In 'When that word swallowed me', Kasda reveals that her essay 'Pyrisporos' which followed 'The Conscious Eye', disturbed and chased away the audience she had gained with the latter.
As she continues her research into the philosophical discourse of computational and cognitive science, her visionary leaves her at times without applied scientific and theoretic tools. She then resorts to alleged scientific axioms and data, some of which evolve later as validated concepts, while others swing for now and maybe forever between the exo-logical, the alchemy and the myth. Kasda will not renounce them as useful tools, stating: 'But is there any other way? Those fantastic things that are directly seen by the soul are formulated by the intellect as an absence; a dense omission from which words return baffled'.

From then on, although her creative and exploratory course continue intensively, she will start consciously and methodically concealing their true essence. In 'When that word swallowed me’, she confesses the creation of a 'self-sustaining shelter' which takes the form of a woolen cocoon: '...I started knitting around me a borderless blanket. It was gradually growing from inside itself, mounting on the walls, towering above me like a wave swallowing me in its cocoon-like embrace'.
This hermetic structure can find its counterpart in an allegorical architecture, the Burrow of Kafka, one of his last texts that remained unfinished. The Kafkaesque edifice can be interpreted as the agitated strive of an individual to safeguard her safety and integrity, when disclosing the erebus of one's own personal experience.
As if in a discoursive relationship with the Kafkaesque creature residing in its underground dark maze construction, Poly Kasda writes: 'On the ordinary level I was protecting my delicate experiment from the unexamined eyes, shielding it behind palatable, easy to digest descriptions. I knew that if it were contaminated by doubt, the whole structure would crumble…'.

This fragile and intimate revelation, along with her uncompromising determination to continue sinking in the profound substrates of the inner self, destined to be the cornerstones for the creation of her allegorical biomatic narrative 'When that word swallowed me' and ultimately, the symbolic collapse of her Kafkaesque shelter.
Kasda's short autofiction marks an epitome of the research in the profound and unfathomed realms of human experience and imaginary through artistic practice; a possible invitation also for us, to challenge the emergence of our own minds' uncharted topoi. The 'Conscious Eye' continues its quest into the most elusive, controversial and intra-real dimensions of its existence.

Athens 19.7.2016



13.5.16

Τεχνητή Νοημοσύνη, αντι-Τέχνη, Συνείδηση, 2-6-2016, Στοά του Βιβλίου, στις 8 το βράδυ



Nέα έκδοση από το "Νότιο Άνεμο" για τη σχέση τεχνητής νοημοσύνης & τέχνης - ert.gr

ΠΕΡΙΛΗΨΗ-ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Ο Καθηγητής της Τεχνητής Νοημοσύνης Ιωάννης Κόντος βελονίζει το Συνειδητό Μάτι της Πόλυς Κασδά.

Το παρόν βιβλίο είναι το αποτέλεσμα ενός κοινού εγχειρήματος του Καθηγητή Τεχνητής Νοημοσύνης Ιωάννη Κόντου και της διεθνούς καλλιτέχνιδος και συγγραφέως Πολυξένης Κασδά.
Το βιβλίο προσφέρει μια εισαγωγή και έναν οδηγό σε πρόσφατη επιστημονική και τεχνολογική βιβλιογραφία για μια σειρά θεμάτων που αναφέρονται σε παλαιότερο βιβλίο της κας Κασδά με τίτλο «Το Συνειδητό Μάτι", που δημοσιεύθηκε στην Ελληνική στην Αθήνα, το 1988.
Το βιβλίο της κας Κασδά  με τον υπότιτλο «Αντίληψη-Τέχνη-Πληροφορική», βασίστηκε στην αντίληψη της  ενδοσκοπικής κατάστασης του νου των καλλιτεχνών του εικοστού αιώνα, καθώς η προσοχή τους μετατοπίστηκε από το αντικείμενο της τέχνης τους προς τις  ίδιες τις νοητικές τους λειτουργίες.
Η θέση της αυτή ενισχύθηκε εν μέρει από τις αναφορές της στην τότε αναδυόμενη τεχνολογία της Τεχνητής Νοημοσύνης ως ένα εργαλείο ενδοσκόπησης..

Στο παρόν βιβλίο ο καθηγητής Κόντος, ο οποίος είχε γράψει ένα εισαγωγικό σημείωμα στην πρώτη έκδοση του βιβλίου «Το Συνειδητό Μάτι» τότε, το αναζωογονεί τώρα συνδέοντάς το με πρόσφατες μελέτες στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης και ειδικότερα στον υποτομέα της Μηχανικής Συνείδησης, μιας τεχνολογίας εμπνευσμένης από την ανθρώπινη συνείδηση.
Η σύνδεση των δύο κειμένων γίνεται με «Βελονισμό». Με τον όρο «Βελονισμό» αναφερόμαστε στην σύνδεση ορισμένων περικοπών από ”Το Συνειδητό Μάτι» με κεφάλαια του κ. Κόντου που ονομάζονται "Βελόνες" (“Needles”) και τα οποία παρέχουν μία σύντομη εισαγωγή και αναφορές κυρίως σε πρόσφατες επιστημονικές έρευνες και προσωπικές σημειώσεις σχετικές με το περιεχόμενο της κάθε περικοπής.
Οι "Βελόνες" του κ. Κόντου παρουσιάζονται στο Μέρος Α και μια αγγλική προσαρμογή του Συνειδητού Ματιού της κας Κασδά στο Μέρος B.
 Οι επιλεγμένες από τον καθηγητή Κόντο περικοπές του κειμένου της Κασδά
 αναπαράγονται με πλάγια κλίση και με ένα χέρι που κρατά βελόνα και δείχνει τον αριθμό της σελίδας στην οποία αναφέρονται οι εν λόγω περικοπές που θα υποστούν το “βελονισμό”.

Μερικά από τα σχέδια της κας Κασδά που ονομάζονται «Λεξομορφές» χρησιμοποιούνται για να «μετα-βελονίσουν" κάποιες "Βελόνες" του κ. Κόντου προσθέτοντας ένα παιχνιδιάρικο, εικονογραφικό σχόλιο στο κείμενό του. Οι «Λεξομορφές» είναι γεωμετρικά σχήματα που δημιουργούνται από την αριθμητική προσομοίωση ελληνικών λέξεων με βάση την αρχαία ελληνική αριθμητική κωδικοποίηση.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ

Ο Καθηγητής της Τεχνητής Νοημοσύνης Ιωάννης Κόντος βελονίζει το Συνειδητό Μάτι της Πόλυς Κασδά.

Τον Φεβρουάριο του 2013, μετά σχεδόν από 29 χρόνια φιλίας και πνευματικών ανταλλαγών ο κ. Κόντος πρότεινε στην Πολυξένη Κασδά τον "Βελονισμό " του βιβλίου της του 1988 με πρόσφατα αποτελέσματα της έρευνας στην ΤΝ.
 Η έννοια του "βελονισμού του βιβλίου" προέκυψε από το γεγονός ότι πολλές ιδέες που περιλαμβάνονται στο "Συνειδητό Μάτι" ήταν αξιοσημείωτα σε μια διορατικότητα σχεδόν “Πυθιακής” σύλληψης.

Διαβάζοντας το βιβλίο και πάλι είκοσι πέντε χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευσή του ο κ. Κόντος εντόπισε δεκαεπτά «σημεία βελονισμού» στα οποία θα ήταν σε θέση να εισάγει αντίστοιχες επιστημονικές ή τεχνολογικές «βελόνες». Οι "βελόνες" αυτές γράφτηκαν κατά την περίοδο από τον Φεβρουάριο 2013 έως τον Φεβρουάριο 2015 και παρουσιάζονται μαζί με την πρόσφατη αγγλική έκδοση του "Συνειδητού Ματιού". 

"Όλα ξεκίνησαν με Το Συνειδητό Μάτι το μικρό μου δοκίμιο που δημοσιεύτηκε το 1988 και που στηριζόταν σε μια διαισθητική μου εμπειρία που αναγνώρισα, κατόπιν, απεικονισμένη στον πρώιμο Κυβισμό του Πικάσο και του Μπρακ στις αρχές του 20ου αιώνα και εκβαθυμένη στα κινήματα της μοντέρνας τέχνης  που ακολούθησαν.
Αφορούσε την συνειδησιακή μετάθεση της αντίληψης μας από το "βλέπω έναν κόσμο εκεί έξω" στο "βλέπω τον εαυτό μου να βλέπει τον κόσμο", "σκέπτομαι το εαυτό μου να σκέπτεται τον κόσμο". Αυτή η στροφή "από τα φαινόμενα στους ίδιους τους μηχανισμούς της αντίληψης" (Τσόμσκυ), διαμόρφωσε τον "Eπαναστατημένο 'Aνθρωπο" της δεκαετίας του 50. Είναι μια ενδοσκοπική στάση ζωής που ξεσκεπάζει το εννοιολογικό και δομικό υπόστρωμα της όρασης και που μας κάνει να αμφισβητούμε τα ‘δεδομένα’.

Στο βιβλίο είχα κάνει πολλές αναφορές στην αναδυόμενη τότε επιστήμη της Τεχνητής Νοημοσύνης σαν εργαλείο ενδοσκόπησης, που εξωτερικεύοντας τις μηχανικές λειτουργίες της σκέψης, μας αποδεσμεύει από αυτές καθώς συνειδητοποιούμε όλο και βαθύτερα επίπεδα του νου.
Τότε, το 1985, κάνοντας την έρευνα για το ντοκιμαντέρ  Οι Περιπέτειες  του Ματιού για την ΕΡΤ, σε σκηνοθεσία Μάρκου Γκαστίν, συνάντησα τον καθηγητή της Τ.Ν. Γιάννη Κόντο μέσα στην καρδιά του τεράστιου υπολογιστή που τότε έπιανε ολόκληρη αίθουσα στο Δημόκριτο. Το 1988 ο Γ. Κόντος προλόγισε και το βιβλίο μου Το Συνειδητό Μάτι που ακολούθησε το ντοκιμαντερ.
Πριν δύο χρόνια, 1/4 του αιώνα μετά, ο Γ. Κόντος μου ζήτησε να το μεταφράσω στα αγγλικά γιατί ήθελε να το ‘βελονιάσει’ με τις έρευνες που έγιναν στην Τ.Ν.  στα χρόνια που μεσολάβησαν. Ακολούθησε ένα ήμαρ δυο χρόνων πλούσιο σε ατέλειωτους τηλεδιαλόγους για την νοημοσύνη και την συνείδηση, που κατέληξε στη δημοσίευση του αγγλικού βιβλίου με τίτλο "Ο Καθηγητής της Τεχνητής Νοημοσύνης Γιάννης Κόντος 'βελονιάζει' το Συνειδητό Μάτι της Πόλυς Κασδά".
Παράλληλα, άρχισα να γράφω ένα αφήγημα με θέμα αυτά που πέρασα κι εγώ αυτά τα τελευταία 25 χρόνια που μεσολάβησαν, καθώς η εν λόγω ενδοσκοπική στάση με είχε βυθίσει σε όλο και πιο αβυσσαλέα στρώματα της συνείδησης, στα αρχέτυπα πεδία του Παιδιού (Κ. Γιούνγκ).
Το αποτέλεσμα είναι ένα αλληγορικό αφήγημα που διαδραματίζεται στο ενδιάμεσο του λειτουργικού μη-χρόνου και του συμβατικού χρόνου, με πρωταγωνιστή τον Άλφι, το ‘μόνιμο κάτοικο του Χάους’. Είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο που είχε βελονιάσει Το Συνειδητό Μάτι το 1990 με πληροφορίες "Κοσμικής Νόησης'. Είναι ένα παραμύθι που είναι πέρα για πέρα αληθινό.
Ελπίζω να το χαρείτε."
Πολυξένη Κασδά.